Η ΖΩΗ
Η ζωή τις περισσότερες φορές είναι σκληρή και
άδικη. Ξεκινάς την πορεία σου σ’ αυτήν, αλλά συνέχεια βρίσκεις μπροστά σου
Σειρήνες που σε εκτρέπουν από τον δρόμο σου ή την Σκύλα και τη Χάρυβδη που
άπονα καταπίνουν τους κόπους και τους αγώνες σου.
Η ζωή συχνά μετατρέπεται σε μια ατέλειωτη εκδρομή,
μη επιτρέποντας σου να εκπληρώσεις τους στόχους σου. Η διάψευση και η ανατροπή
παραμονεύουν σε κάθε στροφή αυτού του δρόμου κι έτσι η πρόβλεψη των μελλούμενων
γίνεται σχεδόν αδύνατη.
Βέβαια, αυτό δε σημαίνει ότι η ευτυχία είναι μια
χίμαιρα. Έστω κι αν είναι ελάχιστη συγκριτικά με τις δυσκολίες που επιφυλάσσει
η ζωή, είναι αυτή η οποία έχει τη δύναμη να σε κινητοποιήσει για να φτάσεις
ακόμα και στο ακατόρθωτο για να την αποκτήσεις.
Όσο δύσκολη, λοιπόν, και να είναι η ζωή δεν παύει
να είναι γλυκιά. Και ο άνθρωπος του Μάνου Ελευθερίου μέσα από τους κόπους και
τους πόνους, μέσα από τους αγώνες και τις θυσίες δίνει την αίσθηση ότι θα
προσπαθήσει να ζήσει τη ζωή του με όποιο τίμημα, προκειμένου να γευτεί έστω και
λίγο την ευτυχία που αυτή του τάζει.
Ο ΑΓΩΝΑΣ
Ο αγώνας μπορεί να είναι αγώνας για την καθημερινή
επιβίωση, για την εκπλήρωση στόχων και ονείρων, για την κατάκτηση ενός
αγαπημένου προσώπου ή ακόμα και για αντίσταση απέναντι στο αναπόφευκτο, δηλαδή
τον θάνατο.
Και ο αγώνας, όπως η ζωή, δεν είναι καθόλου
εύκολος. Η αποτυχία παραμονεύει και αυτή πολλές φορές οφείλεται όχι μόνο στην
αστοχία του ίδιου του ατόμου, αλλά και σε ένα σωρό αστάθμητους παράγοντες, όπως
η τύχη. Άλλες πάλι φορές κάποια ανώτερη δύναμη, κάτι σαν Ιλιαδικός άδικος θεός,
κατατρέχει τον άνθρωπο και ακυρώνει τον αγώνα του, χωρίς όμως να του
αποκαλύπτεται κι έτσι ο άνθρωπος φτάνει να αναρωτιέται «ποιος τη ζωή του ποιος
την κυνηγά».
Στην πορεία του αγώνα ο άνθρωπος μπορεί να χάσει
πολλά. Μπορεί να τον προδώσουν ακόμα και οι σύντροφοι πάνω στους οποίους
στηριζόταν. Κάποιες φορές θα φτάσει στο τέρμα και δεν θα γνωρίζει αν κέρδισε ή
έχασε, αν τελικά άξιζε τον κόπο όλη αυτή η προσπάθεια. Όμως, δε μπορεί να
πράξει διαφορετικά. Οφείλει να αγωνιστεί ακόμα κι αν γνωρίζει εξ’ αρχής «πως ο
Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος, κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε»…
Ο ΧΡΟΝΟΣ
Ο Χρόνος είναι αδυσώπητος. Κυλά σαν ένα τοξικό
ποτάμι που φθείρει σχέσεις, ανθρώπους, αντικείμενα και , κυρίως, τα νιάτα και
καταλήγει στη βαθιά θάλασσα του Άδη και της λησμονιάς. Γι’ αυτό και τις
περισσότερες φορές είναι μισητός. Γιατί δε μπορεί κανείς να σταματήσει την
πορεία του που φέρνει τον άνθρωπο όλο και πιο κοντά στα γηρατειά και τον
θάνατο.
Ο Χρόνος, όμως, είναι και φάρμακο. Ένα ισχυρό
καταπότι που φέρνει λήθη και παρηγοριά, μια τεράστια γόμα που σβήνει τις
άσχημες αναμνήσεις και τρέφει τις πληγές της ψυχής. Μόνο αυτός μπορεί να
απαλύνει τον πόνο και την πίκρα, να τα μετατρέψει με την ευεργετική του
επίδραση σε μια σειρά από παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες, τις οποίες ο άνθρωπος
θα ανακαλεί στη μνήμη χωρίς πια να πονά, αλλά κάποιες φορές ακόμα και με
νοσταλγία, γιατί αυτές οι φωτογραφίες είναι ο ίδιος ο άνθρωπος.
Κάποιες φορές ο Χρόνος σε ανταμείβει για τα νιάτα
και το σφρίγος που σου απομυζεί. Σου χαρίζει σοφία και εμπειρία ζωής για να
μπορέσεις να εκλογικεύσεις και να απαλύνεις την εικόνα του αλλοιωμένου εαυτού
σου που βλέπεις στον καθρέφτη σου.
Όπως και να ’χει όμως, ο Χρόνος δεν είναι φίλος. Είναι ένας
κατακτητής. Ένας κατακτητής που είναι από την αρχή σίγουρος ότι θα σε
κατακτήσει. Γι’ αυτό και δεν κάνει εκπτώσεις στα χτυπήματά του. Κι εσύ δε
μπορείς να κάνεις τίποτα από το να ανοίξεις τη δική σου Κερκόπορτα και να
αφεθείς στην άγρια και σκοτεινή αγκαλιά του.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
Ο Θάνατος είναι η μοίρα μας. Προσπαθούμε να τον
καλοπιάσουμε τραγουδώντας τον και λατρεύοντάς τον σα θεό. Όμως, ας μην
ελπίζουμε πως θα τον αποφύγουμε. Είναι εκεί, στο τέρμα του δρόμου μας και μας
περιμένει σαν βαρκάρης για να μας περάσει απέναντι. Δεν δωροδοκείται για να
αλλάξει πορεία. Και ίσως τελικά να είναι παρήγορο που γνωρίζουμε ένα πράγμα
τουλάχιστον γι’ αυτό το σύντομο πέρασμά μας από τη ζωή: ότι στο τέρμα μάς
περιμένει ο θάνατος. Γιατί τίποτε άλλο δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, ούτε να
προβλέψουμε ότι θα γίνει.
Δεν μπορούμε όμως να τον δούμε με συμπάθεια. Κυρίως
γιατί μας στερεί αγαπημένα πρόσωπα. Με ένα του φύσημα τα πάντα σκορπίζονται και
εμείς μένουμε να στεκόμαστε ολομόναχοι μέσα σε ρημαγμένους κήπους, να
αναλογιζόμαστε την πρότερη ευτυχία μας και να πονάμε ακόμα πιο πολύ.
Κάποιες φορές, με όση δύναμη μας έχει απομείνει
σκεφτόμαστε να τον εκδικηθούμε γιατί μας αδίκησε στερώντας μας την παρουσία
κάποιου αγαπημένου. Ναι, είμαστε αλήθεια τόσο ανόητοι! Στο τέλος όμως
συμφιλιωνόμαστε με την ιδέα του – μα και τι να κάνουμε; Ο θάνατος είναι δικός
μας κι εμείς του ανήκουμε.
H ΦΤΩΧΕΙΑ – Η ΞΕΝΙΤΙΑ
Η Φτώχεια είναι θλίψη και καημός. Είναι ένα μαχαίρι
που στριφογυρνά στα σπλάχνα και σε βασανίζει, μη αφήνοντάς σου ούτε λεπτό για
να ησυχάσεις. Δε σε πονά όμως τόσο για τον εαυτό σου, όσο για τα αθώα μάτια που
σε κοιτάζουν με μια απόγνωση που αναρωτιέται, με μια καρτερικότητα που πολλές
φορές πληγώνει περισσότερο από όλα τα σκληρά λόγια που μπορούν να ειπωθούν. Τι
να απαντήσεις σ’ αυτά τα μάτια, πώς να απολογηθείς για όλα αυτά τα πράγματα που
θα ‘θελες να κάνεις, όμως η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα ενθάρρυνση κι επιτυχία
σου αρνείται;
Ώσπου έρχεται η μέρα που ενδίδεις. Για να σώσεις
την αξιοπρέπειά σου απέναντι σ’ αυτά τα αθώα αλλά αδυσώπητα μάτια, μαζεύεις τα
κομμάτια σου και φεύγεις για την ξενιτιά. Αποχωρίζεσαι αγαπημένα πρόσωπα και
νιώθεις ένας ζωντανός νεκρός. Η σκέψη σου παραμένει πίσω, το σώμα σου φεύγει
για έναν άλλο τόπο για να σκάψει σ’ αυτά τα ξένα χώματα μέχρι να χτυπήσει μια
φλέβα ελπίδας.
Κάποια βράδια, εκεί που κάθεσαι στο παράθυρο και
βλέπεις την ξένη βροχή του ξένου ουρανού να πέφτει στο τζάμι, νιώθεις τις ρίζες
της πατρίδας σου να γίνονται νεύρα δικά σου και να σε τραβάνε να γυρίσεις πίσω,
τόσο, που σε πονάνε. Τις αφήνεις να σε τραβάνε κι ας πονάς. Δε μπορείς ποτέ να
τις κόψεις. Είναι η μόνη ελπίδα που σου έχει απομείνει…
Η ΜΟΝΑΞΙΑ
Η Μοναξιά είναι το καταφύγιό σου. Είναι μια
προστατευτική αγκαλιά που είναι πάντα διαθέσιμη να σε περιβάλλει και να σε
παρηγορήσει όταν οι ελπίδες σου αποδεικνύονται φρούδες, όταν τα πιστεύω σου
προδίδονται, όταν βλέπεις ότι οι άνθρωποι γύρω σου σού χαμογελούν αλλά δε σε
κοιτάζουν στα μάτια.
Γυρίζεις λοιπόν πίσω στα τείχη σου. Και σιγά - σιγά τα υψώνεις και τα ενισχύεις όλο και
περισσότερο για να μην έρθει κάποιος αναιδής εχθρός με τις πολιορκητικές του
μηχανές και τα καταλάβει. Γιατί η αποκάλυψη της ψυχής σου είναι επώδυνη.
Πολλές φορές η μοναξιά δεν είναι επιλογή δική σου.
Σου την έχουν επιβάλλει είτε γιατί δε σε καταλαβαίνουν είτε γιατί σε
καταλαβαίνουν απόλυτα και σε φοβούνται. Φοβούνται ότι με τις αλήθειες σου θα
γκρεμίσεις το ψέμα τους, θα αποκαλύψεις τη βρωμιά που έχουν ντύσει με χρυσό
μανδύα. Σε λοιδορούν λοιπόν και σε καταδικάζουν στην απομόνωση για να μην τους
αγγίζουν οι αιρετικές και βλάσφημες σκέψεις σου.
Όμως εσύ θα κάνεις φίλη σου τη μοναξιά. Μέσα της θα
δημιουργήσεις. Θα σταθείς απέναντι σε σένα τον ίδιο και θα τον κοιτάξεις
κατάματα. Κι αν η μοναξιά για κάποιους είναι ο θάνατος, για σένα θα γίνει η
αρχή της δημιουργίας.
Ο ΕΡΩΤΑΣ
Ο Έρωτας είναι όλα τα παραπάνω: είναι ζωή και
θάνατος, είναι αγώνας, είναι μοναξιά. Ο έρωτας σου δίνει ζωή, αλλά και σου την
παίρνει με τον πιο σκληρό τρόπο, όποτε αυτός θελήσει. Πρέπει να αγωνιστείς πολύ
για να τον κατακτήσεις αλλά και, επειδή είναι εγωιστής, πρέπει να αφοσιωθείς
εντελώς σ’ αυτόν για να σου αποκαλυφθεί με όλο του το μεγαλείο.
Ο έρωτας είναι απρόβλεπτος. Εκεί που είσαι σίγουρος
ότι δεν τον περιμένεις, εκεί έρχεται με τη δύναμη τυφώνα και σε σαρώνει
εντελώς. Κι εσύ αδύναμος βλέπεις τη ζωή σου να ανατρέπεται, όμως όσο κι αν
καμιά φορά καταριέσαι την ώρα και τη στιγμή που σε κατέλαβε, άλλο τόσο μέσα σου
εύχεσαι με όλη τη δύναμη της ψυχής σου να σε συνταράξει ακόμη πιο δυνατά.
Γιατί, αν γνωρίσεις τον έρωτα, η ζωή σου ποτέ δεν θα είναι ίδια όπως πριν.
Πρώτα κοίταζες στα μάτια και έβλεπες την αλήθεια ή το ψέμα, το μίσος ή τη
συμπάθεια. Τώρα κοιτάζεις τα μάτια του αγαπημένου προσώπου και βλέπεις το
φεγγάρι.
Ο έρωτας μπορεί να σε οδηγήσει στην κορυφή αλλά και
να σε πετάξει στα Τάρταρα. Εσύ όμως ποτέ δε θα τον απαρνηθείς, γιατί μόνο αν
αυτός σε πάρει απ’ το χέρι αισθάνεσαι ζωντανός, αισθάνεσαι άνθρωπος. Κι αν ο
άνθρωπος ποτέ δε μπορεί να γίνει θεός, μέσα στην αγκαλιά του αγαπημένου
προσώπου μπορείς να αισθανθείς ότι κάποια στιγμή γίνεσαι ο θεός του.
Η ΕΛΠΙΔΑ
Η Ελπίδα είναι το οξυγόνο μας. Εκεί που όλα
δείχνουν να οδεύουν προς την καταστροφή, εκεί που η ζωή έχει πάρει την
τελευταία στροφή που οδηγεί στον γκρεμό, ένα χέρι σου προσφέρεται για να
πιαστείς. Και κρατιέσαι απ’ αυτό και ρίχνεσαι με βεβαιότητα στον γκρεμό,
σίγουρος ότι δε θα σβήσεις, δε θα ξεχαστείς, αλλά θα βρεις το μονοπάτι για να
ξανανέβεις.
Όλα μπορείς να τα αντέξεις, αν ελπίζεις. Δε θα
λυπηθείς κόπους, δε θα φοβηθείς μπόρες, δε θα λιγοψυχήσεις μπροστά στα βάσανα.
Με τα φτερά της ελπίδας θα κοιτάξεις ψηλά, πέρα στο μέλλον και θα δεις τα
σχέδιά σου να γίνονται πραγματικότητα, θα δεις ότι τα βουνά που πριν ορθώνονταν
μπροστά σου, τώρα πια βρίσκονται πίσω σου και ίσα που αχνοφέγγουν στον
ορίζοντα.
Η ελπίδα υπάρχει μέσα μας από τη στιγμή που
γεννιόμαστε. Πολλές φορές δεν το γνωρίζουμε, ώσπου να φτάσει εκείνη η κρίσιμη
καμπή στη ζωή μας που πρέπει να πάρουμε την ύψιστη απόφαση: να παραδοθούμε ή να
πολεμήσουμε. Τότε θα κοιτάξουμε μέσα μας και μέσα στο πηχτό σκοτάδι της ψυχής
μας θα δούμε το φως, που θα οδηγήσει τα βήματά μας προς την έξοδο. Αν δε βρούμε
αυτό το φως, όλα τ’ άλλα πλέον είναι ανώφελα…
