Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

Η Μάρω Δούκα στη Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Μεγάρων




Μου φαίνεται παράξενο που εγώ τη μάνα μου δεν την ήξερα σε όλα τα προηγούμενα χρόνια. Τότε που ήταν νέα και ωραία σαν τα κρύα τα νερά. Εγώ από πάντα έτσι τη θυμούμαι, σαν γριά. Τώρα της έπεσαν κι όλα της τα δόντια, το ένα μετά το άλλο πέφτει. Ακούω τους διάφορους συγγενείς να λένε για τα κάλλη της που μια φορά σ’ ένα πανηγύρι βγήκε η ομορφύτερη της παντρειάς. Και της έρχονταν προξενιά από τα γύρω χωριά. Δυστυχώς δεν ευτύχησε, διότι απ’ όλους τους γαμπρούς μόνο τον πατέρα ήθελε. Πολύ λεβεντάνθρωπος, και τον ήθελε. Τότε που έκαμαν τους αρραβώνες, του τραγούδησε:
Λεβέντης είσαι, μάθια μου, λεβέντικα χορεύεις,
λεβέντικα πατείς τη γης και δεν τη χωρατεύεις.
Μετά την τράβηξε στο μαγεριό η γιαγιά κι από λίγο να τη σουρομαδήσει, που εκδηλώθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο, να την περάσει τίποτα ξεβγαλμένη ο μνηστήρας.


(Πού ʼναι τα φτερά, σελ. 265-266)


Οι κουβέντες μου με τον Βιζυηνό δε λένε να σταματήσουν. Περιφέρομαι έκθαμβη στα ποιήματά του. Υπόκωφα, θωπευτικά, υπαινικτικά, πότε αλφαδιασμένα, συμπαγή, άρτια, πότε αδέξια, εύθραυστα, γεμάτα ρωγμές, μώλωπες, ραγίσματα. Ποιήματα ευθύβολα, θαυμαστά, προφητικά. Το αθώο Μελίσσι του, για παράδειγμα, πολύστιχο και σαν παιδικό, διδακτικό ποίημα εννέα στροφών (Ατθίδες αύραι, Λονδίνο 1883), είναι φορές που ζουζουνίζει μέσα μου σαν ανυπεράσπιστος προάγγελος:
Στο γυαλί το θολωμένο
ντζιντζιρίζει κάτι τι:
το μελίσσ’ είναι κλεισμένο,
και να βγει ζητεί.
- Μείνε, μυία, φυλακή,
έξω κάμνει χιόνι.
Το θωρείς εκεί;
Σε παγώνει!
[…]
εσωριάσθη το μαμούδι
κ’ έμεινε νεκρό!...
Αχ! Πώς τρέμω, σαν σταθώ
και το διακρίνω,
μη κ’ εγώ χαθώ,
σαν κι εκείνο!...

(Τίποτα δεν χαρίζεται, 2016)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου